Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

world consumption


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο consumption παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: world
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consumption n(act of consuming)κατανάλωση ουσ θηλ
 The lion's consumption of its prey was quick.
 Η κατανάλωση του θηράματος από το λιοντάρι ήταν γρήγορη.
consumption n(usage rate)κατανάλωση ουσ θηλ
 Consumption of disposable goods has increased lately.
 Η κατανάλωση προϊόντων μιας χρήσεως έχει αυξηθεί τελευταία.
consumption ndated (tuberculosis) (παλαιό)φθίση ουσ θηλ
  φυματίωση ουσ θηλ
 The actress was never very healthy, and consumption took her in the end.
 Η ηθοποιός δεν ήταν ποτέ πολύ υγιής και τελικά η φυματίωση την οδήγησε στον θάνατο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
alcohol consumption n(alcohol: amount consumed)κατανάλωση αλκοόλ, κατανάλωση οινοπνεύματος περίφρ
 A woman should strictly limit her alcohol consumption during pregnancy.
alcohol consumption n(act: drinking alcohol)κατανάλωση αλκοόλ, κατανάλωση οινοπνεύματος περίφρ
 The evidence is mounting that moderate alcohol consumption may be good for one's health.
conspicuous consumption n(show of wealth)επιδεικτική κατανάλωση έκφρ
 During a recession even the wealthiest tend to avoid conspicuous consumption.
 Σε περιόδους ύφεσης ακόμα και οι πολύ πλούσιοι αποφεύγουν την επιδεικτική κατανάλωση.
energy consumption n(amount of energy used)κατανάλωση ενέργειας ουσ θηλ
 The US is responsible for one quarter of the world's energy consumption.
for public consumption adj(intended for the general public)για μαζική κατανάλωση επίρ
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 The report was not intended for public consumption.
fuel consumption n(use of fuel)κατανάλωση καυσίμου φρ ως ουσ θηλ
 Low fuel consumption is an essential requirement for many car buyers.
mass consumption n(consumerism)μαζική κατανάλωση επίθ + ουσ θηλ
power consumption n(energy use)κατανάλωση ενέργειας φρ ως ουσ θηλ
 Power consumption in big cities is generally much higher that in smaller towns.
 These days, I try to control my power consumption by switching off lights I'm not using.
 Η κατανάλωση ενέργειας στις μεγάλες πόλεις είναι γενικά πολλή μεγαλύτερη απ' ότι στις μικρότερες πόλεις.
unfit for human consumption adj(not safe to eat)ακατάλληλος για κατανάλωση επίθ
 The 60-year-old chocolate was unfit for human consumption.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση world consumption στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «world consumption».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!